Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2015

ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΠΑ, Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΜΑΣ


Στις μέρες της σιωπής, με τα κλειστά παντζούρια και τους πιο κλειστούς ορίζοντες…
Στις μέρες της  μελαγχολικής μοναξιάς και της ηθελημένης απομόνωσης…
Στις μέρες που το λαμπερό Χθες έχει περάσει στην ιστορία…
Ναι, σε αυτές τις μέρες που τα όνειρα έχουν πλέον προσαράξει πάνω στην αδυναμία…
Μια Φωνή… Η Φωνή της.
Ένα βλέμμα… Το βλέμμα της.
Μια θωριά… Η θωριά της.
Η φωνή, το βλέμμα, η ανυπότακτη ελληνική θωριά της αγαπημένης…
Της αγαπημένης μας ΕΙΡΗΝΗΣ ΠΑΠΑ!!!
Με όλη μας την τρυφερή αγάπη…


ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ




Δυο φωτογραφίες  από την εκπομπή μου "ΠΑΡΟΥΣΙΕΣ" [1980] με τις "ΩΔΕΣ" του βραβευμένου με Όσκαρ, διεθνούς μας, Βαγγέλη Παπαθανασίου. 
Η πρώτη από την ταινία κι η δεύτερη από κάποια λήψη, προσπαθώντας να ξεκουραστούμε για λίγο.

ΑΚΟΥΣΤΕ:




Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2015

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ: Ο ΑΓΙΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ


Σε μια στείρα εποχή καθημερινών προβλημάτων και τραγικών απογοητεύσεων...
Σε μια εποχή που οι άνθρωποι υποφέρουν...
Σε μια εποχή που έχουν αυτοκτονήσει τα όνειρα και η ελπίδα κινδυνεύει να πεθάνει...
Σε αυτή την εποχή ας ανοίξουμε κι ένα βιβλίο...
Ας συναντηθούμε με τους μεγάλους της Λογοτεχνίας μας...
Κι ας περπατήσουμε μαζί...
Έτσι, υπάρχει ακόμη κάποια ελπίδα, να βγούμε σε ένα ξέφωτο...

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Σήμερα μπορούμε να περπατήσουμε με τον «άγιο των ελληνικών γραμμάτων», με τον κοσμοκαλόγερο Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.




Η ΦΟΝΙΣΣΑ
ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΝ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ


Α Β Γ Δ Ε Στ Ζ Η Θ Ι ΙΑ ΙΒ ΙΓ ΙΔ ΙΕ ΙΣτ ΙΖ ΙΗ
Α´


Μισοπλαγιασμένη κοντὰ εἰς τὴν ἑστίαν, μὲ σφαλιστὰ τὰ ὄμματα, τὴν κεφαλὴν ἀκουμβῶσα εἰς τὸ κράσπεδον τῆς ἑστίας, τὸ λεγόμενον «φουγοπόδαρο»*, ἡ θεια-Χαδούλα, ἡ κοινῶς καλουμένη Γιαννοὺ ἡ Φράγκισσα, δὲν ἐκοιμᾶτο, ἀλλ᾽ ἐθυσίαζε τὸν ὕπνον πλησίον εἰς τὸ λίκνον τῆς ἀσθενούσης μικρᾶς ἐγγονῆς της. Ὅσον διὰ τὴν λεχώ, τὴν μητέρα τοῦ πάσχοντος βρέφους, αὕτη πρὸ ὀλίγου εἶχεν ἀποκοιμηθῆ ἐπὶ τῆς χθαμαλῆς, πενιχρᾶς κλίνης της.


Ὁ μικρὸς λύχνος, κρεμαστός, ἐτρεμόσβηνε κάτω τοῦ φατνώματος τῆς ἑστίας. Ἔρριπτε σκιὰν ἀντὶ φωτὸς εἰς τὰ ὀλίγα πενιχρὰ ἔπιπλα, τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο καθαριώτερα καὶ κοσμιώτερα τὴν νύκτα. Οἱ τρεῖς μισοκαυμένοι δαυλοί, καὶ τὸ μέγα ὀρθὸν κούτσουρον τῆς ἑστίας, ἔρριπτον πολλὴν στάκτην, ὀλίγην ἀνθρακιὰν καὶ σπανίως βρέμουσαν φλόγα, κάμνουσαν τὴν γραῖαν νὰ ἐνθυμῆται μέσα εἰς τὴν νύσταν της τὴν ἀποῦσαν μικροτέραν κόρην της, τὴν Κρινιώ, ἥτις ἂν εὑρίσκετο τώρα ἐντὸς τοῦ δωματίου, θὰ ὑπεψιθύριζε μὲ τόνον λογαοιδικόν: «Ἂν εἶναι φίλος, νὰ χαρῇ, ἂν εἶν᾽ ἐχθρός, νὰ σκάσῃ…»


Ἡ Χαδούλα, ἡ λεγομένη Φράγκισσα, ἢ ἄλλως Φραγκογιαννού, ἦτο γυνὴ σχεδὸν ἑξηκοντοῦτις, καλοκαμωμένη, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας, μὲ ἦθος ἀνδρικόν, καὶ μὲ δύο μικρὰς ἄκρας μύστακος ἄνω τῶν χειλέων της. Εἰς τοὺς λογισμούς της, συγκεφαλαιοῦσα ὅλην τὴν ζωήν της, ἔβλεπεν ὅτι ποτὲ δὲν εἶχε κάμει ἄλλο τίποτε εἰμὴ νὰ ὑπηρετῇ τοὺς ἄλλους. Ὅταν ἦτο παιδίσκη, ὑπηρέτει τοὺς γονεῖς της. Ὅταν ὑπανδρεύθη, ἔγινε σκλάβα τοῦ συζύγου της ― καὶ ὅμως, ὡς ἐκ τοῦ χαρακτῆρός της καὶ τῆς ἀδυναμίας ἐκείνου, ἦτο συγχρόνως καὶ κηδεμὼν αὐτοῦ· ὅταν ἀπέκτησε τέκνα, ἔγινε δούλα τῶν τέκνων της· ὅταν τὰ τέκνα της ἀπέκτησαν τέκνα, ἔγινε πάλιν δουλεύτρια τῶν ἐγγόνων της.


Τὸ νεογνὸν εἶχε γεννηθῆ πρὸ δύο ἑβδομάδων. Ἡ μητέρα του εἶχε κάμει βαριὰ λεχωσιά. Ἦτο αὕτη ἡ κοιμωμένη ἐπὶ τῆς κλίνης, ἡ πρωτότοκος κόρη τῆς Φραγκογιαννοῦς, ἡ Δελχαρὼ ἡ Τραχήλαινα. Εἶχαν βιασθῆ νὰ τὸ βαπτίσουν τὴν δεκάτην ἡμέραν ἐπειδὴ ἔπασχε δεινῶς· εἶχε κακὸν βῆχα, κοκκίτην, συνοδευόμενον μὲ σπασμωδικὰ σχεδὸν συμπτώματα. Καθὼς ἐβαπτίσθη, τὸ νήπιον ἐφάνη νὰ καλυτερεύῃ ὀλίγον, τὴν πρώτην βραδιάν, καὶ ὁ βήχας ἐκόπασεν ἐπ᾽ ὀλίγον. Ἐπὶ πολλὰς νύκτας, ἡ Φραγκογιαννοὺ δὲν εἶχε δώσει ὕπνον εἰς τοὺς ὀφθαλμούς της, οὐδὲ εἰς τὰ βλέφαρά της νυσταγμόν, ἀγρυπνοῦσα πλησίον τοῦ μικροῦ πλάσματος, τὸ ὁποῖον οὐδ᾽ ἐφαντάζετο ποίους κόπους ἐπροξένει εἰς τοὺς ἄλλους, οὐδὲ πόσα βάσανα ἔμελλε νὰ ὑποφέρῃ, ἐὰν ἐπέζη, καὶ αὐτό. Καὶ δὲν ἦτο ἱκανὸν νὰ αἰσθανθῇ κἂν τὴν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν μόνη ἡ μάμμη, διετύπωνε κρυφίως μέσα της: «Θέ μου, γιατί νὰ ἔλθῃ στὸν κόσμον κι αὐτό;»


Ἡ γραῖα τὸ ἐνανούριζε, καὶ θὰ ἦτον ἱκανὴ νὰ εἴπῃ «τὰ πάθη της τραγούδια» ἀποπάνω ἀπὸ τὴν κούνιαν τοῦ μικροῦ. Κατὰ τὰς προλαβούσας νύκτας, πράγματι, εἶχε «παραλογίσει»* ἀναπολοῦσα ὅλ᾽ αὐτὰ τὰ πάθη της εἰς τὸ πεζόν. Εἰς εἰκόνας, εἰς σκηνὰς καὶ εἰς ὁράματα, τῆς εἶχεν ἐπανέλθει εἰς τὸν νοῦν ὅλος ὁ βίος της, ὁ ἀνωφελὴς καὶ μάταιος καὶ βαρύς.


Ὁ πατήρ της ἦτον οἰκονόμος καὶ ἐργατικὸς καὶ φρόνιμος. Ἡ μάννα της ἦτον κακή, βλάσφημος καὶ φθονερά. Ἦτον μία ἀπὸ τὰς στρίγλας τῆς ἐποχῆς της. Ἤξευρε μάγια. Τὴν εἶχαν κυνηγήσει δύο-τρεῖς φορὰς οἱ κλέφτες, τὰ παλληκάρια τοῦ Καρατάσου καὶ τοῦ Γάτσου καὶ τῶν ἄλλων ὁπλαρχηγῶν τῆς Μακεδονίας. Ἔπραξαν τοῦτο διὰ νὰ τὴν ἐκδικηθοῦν, ἐπειδὴ τοὺς εἶχε κάμει μάγια, καὶ δὲν ἐπήγαιναν καλὰ οἱ δουλειές των. Ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἐσχόλαζον ἐν ἀργίᾳ, καὶ δὲν ἠμπόρεσαν νὰ κάμουν τίποτε πλιάτσικο, οὔτε ἀπὸ Τούρκους, οὔτε ἀπὸ χριστιανούς. Οὔτε ἡ Κυβέρνησις τῆς Κορίνθου τοὺς εἶχε στείλει κανὲν βοήθημα.


Τὴν εἶχαν κυνηγήσει τὸν κατήφορον, ἀπὸ τὴν κορυφὴν τ᾽ Ἁι-Θανασοῦ, εἰς τὸ ὀροπέδιον τοῦ Προφήτου Ἠλία, μὲ τὰς πελωρίας πλατάνους καὶ τὴν πλουσίαν βρύσιν, κ᾽ ἐκεῖθεν εἰς τὸ Μεροβίλι, στὸ πλάγι τοῦ βουνοῦ, ἀνάμεσα εἰς τὰ ὀρμάνια καὶ τοὺς λόγγους. Αὐτὴ ἐδοκίμασε νὰ κρυφθῇ εἰς μίαν λόχμην βαθεῖαν, πλὴν ἐκεῖνοι δὲν ἐγελάσθησαν. Ὁ θροῦς τῶν φύλλων καὶ τῶν κλάδων, ὁ ἴδιος τρόμος της, ὅστις μετέδιδε τρομώδη κίνησιν εἰς κλῶνας καὶ θάμνους, τὴν ἐπρόδωκεν. Ἤκουσε τότε ἀγρίαν φωνήν:


―Ἄχ! μωρὴ τσούπα*, καὶ σ᾽ ἐπιάσαμε!


Αὐτὴ ἀνεπήδησε τότε μέσ᾽ ἀπὸ τοὺς θάμνους, κ᾽ ἔτρεξεν ὡς φοβισμένη τρυγὼν μὲ τὸ πτερύγισμα τῶν λευκῶν πλατειῶν χειρίδων της. Δὲν ἦτο πλέον ἐλπὶς νὰ γλυτώσῃ. Ἄλλοτε, τὴν πρώτην φορὰν ὅτε τὴν εἶχον κυνηγήσει, εἶχε κατορθώσει νὰ κρυφθῇ, κάτω εἰς τὸ Πυργί, ἐπειδὴ τὸ μέρος ἐκεῖνο εἶχε πολλὰ μονοπάτια. Ἐδῶ, στὸ Μεροβίλι, δὲν ὑπῆρχον δρομίσκοι καὶ λαβύρινθοι, ἀλλὰ μόνον συστάδες δένδρων καὶ λόχμαι ἀπάτητοι. Ἡ τότε νεαρὰ Δελχαρώ, ἡ μήτηρ τῆς Φραγκογιαννοῦς, ἐπήδα ὡς δορκὰς ἀπὸ θάμνου εἰς θάμνον, ἀνυπόδητος, ἐπειδὴ πρὸ πολλοῦ εἶχε πετάξει τὰς ἐμβάδας της ἀπὸ τοὺς πόδας, ὄπισθέν της, ―τὴν μίαν τῶν ὁποίων εἶχεν ἀναλάβει ὡς λάφυρον ὁ εἷς ἐκ τῶν διωκτῶν― καὶ τ᾽ ἀγκάθια ἐχώνοντο εἰς τὰς πτέρνας της, τῆς ἔσχιζον κ᾽ αἱμάτωνον τοὺς ἀστραγάλους καὶ ταρσούς. Τότε, ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ, τῆς ἦλθε μία ἔμπνευσις.


Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ:




SOFIA LOREN: ΑΙΩΝΙΑ ΟΜΟΡΦΙΑ

ΣΟΦΙΑ ΛΩΡΕΝ! 
Αιώνια, ατελεύτητη ομορφιά...
ΣΟΦΙΑ ΛΩΡΕΝ
Επίγεια θεά που έστελνες το όνειρο πέρα από τους ορίζοντες.
ΣΟΦΙΑ ΛΩΡΕΝ!
Απλά, Σοφία Λώρεν. 
Τίποτε άλλο....

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ



Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015

ΑΝΤΡΕΑΣ ΚΟΥΒΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ





Αυτό που ακολουθεί είναι ένα σημείωμα από την έκδοση του εξαιρετικού βιβλίου του Αντρέα Κουβελογιάννη «50 ΧΡΥΣΑ ΧΡΟΝΙΑ» που κυκλοφόρησε πριν μερικά χρόνια.
Το θεωρώ ουσιαστικό και χαρακτηριστικό για αυτό και το παραθέτω.

 «Ο Ανδρέας Κουβελογιάννης κάνει μια αναδρομή στα πενήντα τελευταία χρόνια της δημοσιογραφικής του δραστηριότητας.


Σε όλα όσα είδε, έζησε κι έγραψε από τη «χρυσή δεκαετία» μέχρι σήμερα.
Όσα περιγράφονται στις ιστορίες μιας ζωής του δημοσιογράφου δε θα είχαν ίσως, κανένα ενδιαφέρον για τους πολλούς, αν δεν αφορούσαν μυθικές προσωπικότητες που χάραξαν ανεξίτηλα το όνομά τους στον καλλιτεχνικό χώρο των περασμένων δεκαετιών.
Μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου οι παλαιότεροι θα θυμηθούν και θα αναπολήσουν - χάρη στα αποκλειστικά και, ίσως, χιουμοριστικά πορτρέτα, όπως και στις σπάνιες κι αδημοσίευτες φωτογραφίες - μια εποχή που έφυγε ανεπιστρεπτί.
Και οι νεότεροι θα μάθουν και ίσως ζηλέψουν μια Αθήνα μικρότερη αλλά σαφώς ομορφότερη».


Ο Αντρέας Κουβελογιάννης, δεν είναι ένας απλός δημοσιογράφος που έκανε καλά την δουλειά του.
Ούτε ένας καλός εκδότης.
Όχι. Σε καμιά περίπτωση.
Γιατί ο Αντρέας Κουβελογιάννης ήταν, για πολλές δεκαετίες, το άγρυπνο μάτι και η ακούραστη πένα σε ότι αφορά τα ελληνικά καλλιτεχνικά δρώμενα.
Από την «χρυσή δεκαετία» μέχρι σήμερα.
Είναι εκείνος που πρόβαλε, που ανέδειξε και που στήριξε πολλούς, πάρα πολλούς, έλληνες καλλιτέχνες.
Με τρόπο έξυπνο, άοκνο και αποτελεσματικό.
Για τον λόγο αυτό δημιούργησε την μοναδική εφημερίδα του, που έγραψε ιστορία, τις «ΑΘΗΝΑΪΚΕΣ ΝΥΧΤΕΣ».


Οι Έλληνες καλλιτέχνες οφείλουν πολλά σε αυτόν τον πανταχού παρόντα δημοσιογράφο.
Πολλά.
Κι αναρωτιέμαι αν το καταλαβαίνουν όλοι κι αν το αναγνωρίζουν.
Τα γραπτά του αποτελούν πολύτιμο υλικό για τους ιστορικούς και τους μελετητές του μέλλοντος.
Ο μη κερδοσκοπικός και μη επιχορηγούμενος «ΟΜΙΛΟΣ ΜΝΗΜΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ» θα τιμήσει αυτόν τον σπουδαίο αλλά και μοναδικό στο είδος του Έλληνα Δημοσιογράφο και Εκδότη.
Αλλά αυτά θα τα πούμε εν καιρώ.



ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015

ΚΩΣΤΑΣ ΓΑΒΡΑΣ: Ο ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΑΡΚΑΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ


Το όνομά του το άκουσα για πρώτη φορά στη Δημητσάνα. Μαθητής στο Γυμνάσιο σκεπτόμουν να σπουδάσω σενάριο και σκηνοθεσία κινηματογράφου.
Μόλις το άκουσε μια φίλη των θειών μου, ενθουσιάστηκε.
«Μπράβο Χρήστο. Σκηνοθέτης σπούδασε και ο Κώστας Γαβράς. Μένει τώρα στο Παρίσι.»
«Ποιος είναι ο Κώστας Γαβράς;» Η λογική απορία μου.
«Είναι ο γιος του Τάδε… από τα Λουτρά Ηραίας και  το Ζυγοβίστι.»


Πολύ αργότερα «συνάντησα» στις σκοτεινές αίθουσες των κινηματογράφων τον πατριώτη μου Κώστα Γαβρά…
Τον τόσο ξεχωριστό σκηνοθέτη και άνθρωπο του πολιτισμού.
Από τα σπουδαία παιδιά της Ελλάδας.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

 

 



ΤΙΜΗΘΗΚΕ

· 1969: Βραβείο Κριτικής Επιτροπής Φεστιβάλ Καννών (Ζ)

· 1975: Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας Φεστιβάλ Καννών (Ειδικό δικαστήριο)

· 1982: Χρυσός Φοίνικας Φεστιβάλ Καννών (Ο αγνοούμενος)

· 1983: Βραβείο BAFTA Καλύτερης Ταινίας (Ο αγνοούμενος)

· 1983: Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου (Ο αγνοούμενος)

· 1990: Χρυσή Άρκτος Φεστιβάλ Βερολίνου (Μουσικό κουτί)

· 2003: Βραβείο César Καλύτερου Σεναρίου (Αμήν) κ.α.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ: ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙΤΕ!

Οι ποιητές, μας δείχνουν τον δρόμο του κόσμου...
Τον δρόμο του μέλλοντος.
Μα το δικό μας βλέμμα χάνεται μέσα στον θλιβερό μικρόκοσμο της τηλεόρασης...
Κι έτσι χάνεται η ίδια η ζωή μας...

Διαβάστε το περίφημο "ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙΤΕ" του Μιχάλη Κατσαρού.
Ίσως μας μένει ακόμη μια κάποια ελπίδα…
Ίσως….

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ



Αντισταθείτε
σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει: καλά είμαι εδώ.
Αντισταθείτε σ’ αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι
και λέει: Δόξα σοι ο Θεός.
Αντισταθείτε
στον περσικό τάπητα των πολυκατοικιών
στον κοντό άνθρωπο του γραφείου
στην εταιρεία εισαγωγαί – εξαγωγαί
στην κρατική εκπαίδευση
στο φόρο
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.




Αντισταθείτε
σ’ αυτόν που χαιρετάει απ’ την εξέδρα ώρες
ατελείωτες τις παρελάσεις
σ’ αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει
έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε πάλι σ’ όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι
στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε
στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες
σ’ όλα τ’ ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι
σ’ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή
δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα
στις κολακείες τις ευχές στις τόσες υποκλίσεις
από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό αρχηγό τους.

Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών
και διαβατηρίων
στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη διπλωματία
στα εργοστάσια πολεμικών υλών
σ’ αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια
στα θούρια
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους
στους θεατές
στον άνεμο
σ’ όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς
στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας
ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ
αντισταθείτε.
Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την
Ελευθερία.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

ΤΗΣ ΑΡΚΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ...

Διαβάστε αυτό το κείμενο.*
Διαβάστε το και ταξιδέψτε...
Ταξιδέψτε με το παλιό λεωφορείο...
Ταξιδέψτε, πίσω στο χρόνο...

Χρήστος Αντωνόπουλος



"Πλατεία Αγ. Κωνσταντίνου, λίγο κάτω από την Ομόνοια. Σήμερα πουλάνε γούνες από την πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση και γυναικείες διαλυμένες ψυχές, που ήλθαν στην Ελλάδα, στον παράδεισο και έπεσαν θύματα της ελεύθερης αγοράς.
Παλιότερα η πλατεία ήταν μεγάλο διαμετακομιστικό κέντρο, σταθμός υπεραστικών λεωφορείων, η πιάτσα της Αθήνας που χάθηκε, η καρδιά της πόλης. Από αυτή την πλατεία άρχιζαν τα ταξίδια στο χωριό, στην Αρκαδία.
Τα παλιά λεωφορεία είχαν στο πίσω μέρος τη μεταλλική σκάλα που οι αχθοφόροι από εκεί ανέβαιναν στην οροφή τους και τοποθετούσαν τις αποσκευές των επιβατών. Διαδικασία χρονοβόρα διότι πάντοτε οι αποσκευές πήγαιναν στη πλάστιγγα για να μετρηθούν. Τα παλιά λεωφορεία Mercedes και Scania είχαν περιορισμένους χώρους, μεγάλες όμως αντοχές οι μηχανές τους.
Όταν το λεωφορείο άρχιζε τη διαδρομή του, η εικόνα που παρουσίαζε ήταν πολύ κωμική, στην οροφή του κάθε λογής πραμάτεια, από αποσκευές μέχρι και κότες!! Στου Σκαραμαγκά, μας εντυπωσίαζε η λίμνη Κουμουνδούρου, γεμάτη χιλιάδες πουλιά και δίχως βάθος όπως έλεγαν κάποιοι επιβάτες, μάλλον για να απογειώσουν τη παιδική μας φαντασία.
Φτάνοντας το λεωφορείο στην Κακιά Σκάλα, τα πράγματα δυσκόλευαν αρκετά. Παρακαλούσα το θεό να περάσουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται, φοβόμουν μήπως και τα βράχια ενώνονταν!! Βίωνα τη Μυθολογία σε τούτο το πέρασμα.
Στη πόλη της Κορίνθου η πρώτη στάση, κάποιοι κατέβαιναν - κάποιοι ανέβαιναν. Κυρίαρχη μορφή στα μικρά πρακτορεία ο σταθμάρχης με τη σφυρίχτρα. Έδινε ρυθμό στη μικρή κοινωνία, πάντα βλοσυρός και εντυπωσιακός συνάμα με το καπέλο του. Τον φοβόμουν, όπως και τους αστυνόμους.
Σολωμός - Χιλιομόδι - Άγιος Βασίλης και μετά τα εντυπωσιακά Δερβενάκια. Στο βάθος ψηλά πάντα διέκρινα το μνημείο. Μου άρεσε πολύ το στενό αυτό, ήταν γεμάτο ιστορία, γεμάτο μάχες σώμα με σώμα. Λίγο παρά πάνω, στη πρώτη διασταύρωση με το τραίνο, οι παραγωγοί από τη Νεμέα πουλούσαν τα κρασιά τους.
Στην πλατεία του Άργους η επόμενη στάση. Πολυκοσμία, οι άνθρωποι σε διαρκή κίνηση, φωνές δίχως κάποιο συγκεκριμένο προορισμό. Όλοι κάπου πήγαιναν δίχως να κατανοώ το πού. Έτρεχα δίπλα στο πρακτορείο να πιάσω σειρά για σουβλάκι καλαμάκι, τη νοστιμιά του ακόμα την κρατάω. Με το άκουσμα της σφυρίχτρας το μαγαζί άδειαζε και το λεωφορείο συνέχιζε τη πορεία του.
Όταν περνούσε το λεωφορείο τους Μύλους και τη διασταύρωση για Κιβέρι - Ξηροπήγαδο - Άστρος, η αδρεναλίνη άρχιζε και ανέβαινε λες και ζήλευε το αγκομαχητό του. Ο δρόμος στενός μέχρι το πρώτο πέταλο. Πολλοί επιβάτες στον παλιό «κολοσούρτη» έκλειναν τα μάτια από το φόβο, ειδικά σε κείνα τα πέταλα που η μούρη του λεωφορείου έχασκε στο γκρεμό. Πάντα θυμάμαι τον αγώνα του οδηγού στον κολοσούρτη, πως έστριβε το τεράστιο τιμόνι στα πέταλα, πως άλλαζε ταχύτητες χαράζοντας πορεία με το λεβιέ. Στα γυρίσματά του ο κολοσούρτης αποζημίωνε όσους σαν κι εμένα είχαν τα μάτια ανοικτά και έκαναν πως δεν φοβόντουσαν, μας χάριζε σε κάθε του στροφή τον Αργολικό κόλπο, το απόλυτο μπλε μιας ονειρικής εικόνας.
Μια ώρα δρόμος ήταν η διαδρομή αυτή και ίσως περισσότερο μέχρι να φτάσουμε στο διάσελο και να πάρουμε την κατηφόρα για τον Αχ-λαδόκαμπο. Απέναντί μας τώρα έστεκε η γέφυρα του τρένου ενώνοντας ένα μεγάλο φαράγγι. Ο δρόμος για τον Αχλαδόκαμπο είχε τις δικές του δυσκολίες, στενότερος από τον κολοσούρτη και με κλίση πολύ μεγαλύτερη από αυτόν.
Μετά τον Αχλαδόκαμπο το λεωφορείο παίρνοντας γι’ άλλη μια φορά ανηφορική πορεία, βγάζοντας μαύρους καπνούς πίσω του, έβγαινε δειλά - δειλά στο Αρκαδικό οροπέδιο. Ο τόπος έλαμπε σαν τον χρυσό από τα θερισμένα χωράφια και τις εναπομείναντες καλαμιές, το χώμα μοσκοβόλαγε αγριάδα και το τέλος μιας περιόδου γόνιμης για τον αγρότη. Τα επόμενα χωριά, Στενό, Αγιωργίτικα, ήταν γεμάτα ζωή. Στα ηλιοκαμένα πρόσωπα διέκρινες χαρά, σκεπασμένα όλα από τη τραγιάσκα που τη φορούσαν χειμώνα - καλοκαίρι. Ο καταναλωτισμός ήταν άγνωστη λέξη για τους ήρωες αυτούς της καθημερινότητας. Είχαν να θρέψουν φαμελιά, που να μείνουν εκτός από τα απαραίτητα για αγορές περιττές.
Στο βάθος φάνηκε η Τρίπολη, η πόλη μας, πρωτεύουσα της πατρίδας μας, των παππούδων μας, άρα και δική μας. Μπαίνοντας στο σταθμό δίπλα στον Άγιο Βασίλη, τα πράγματα έπαιρναν τη σωστή τους διάσταση, η κούραση μονομιάς εξαφανιζόταν. Το ταξίδι για το χωριό είχε πολύ δρόμο ακόμα, αρχικά με το λεωφορείο και στη συνέχεια με τ’ άλογα καβάλα. Όλα σαν σε ταινία με πρωταγωνιστές εμάς και σκηνοθέτη την Αρκαδική γη. Η ταινία αυτή συνεχίζεται ακόμα, οι ρόλοι έχουν κάπως αλλάξει, σκηνοθέτης πάντα η ευλογημένη γη, η Αρκαδία του ονείρου και του πραγματικού.
Βασίλης Κ. Αναστασόπουλος"

Δανεισμένο από το arcadiaportal 




Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

ΣΤΑΥΡΟΣ ΡΟΥΧΩΤΑΣ: ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΣΟΛΙΣΤΑΣ

Συνθέτης, διευθυντής ορχήστρας, σολίστας της τρομπέτας, χαμογελαστός άνθρωπος, καλλιτέχνης.
Ο Σταύρος Ρουχωτάς.
Τον γνώρισα όταν με την ορχήστρα του συνόδευσε τον Νίκο Γούναρη στις περίφημες Συναυλίες του στο Δημοτικό Θέατρο της Ρόδου. 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ


  • ΕΧΩ ΑΝΑΓΚΗ ΑΠΟΨΕ ΑΠΟ ΣΕΝΑ
[Στίχοι Κώστας Κοφινιώτης Ερμηνεία Τζίμη Μακουλης]
  •  
  • ΜΕΓΑΛΕ ΜΟΥ ΕΡΩΤΑ
[Στίχοι Γ.Οικονομίδης-Κ.Πρετεντέρης Ερμηνεία Τ.Μαρούδας]


  • ΟΤΑΝ ΠΑΣ ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ΣΤΟ ΜΕΞΙΚΟ
[Στίχοι Γ.Οικονομίδης Ερμηνεία Γ. Οικονομίδης]


  • ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΑΘΗΝΑ
  • [Στίχοι Κώστας Κοφινιώτης Ερμηνεία Φώτης Πολυμέρης